Ο Λόγος και η Τέχνη, καλοτάξιδα σκαριά, στο αέναο ταξίδι του Πολιτισμού!
ΕΤΙΚΕΤΕΣ
- ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ (76)
- ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ (62)
- ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ (18)
- ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ (148)
- ΕΥΧΕΣ (41)
- ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ (76)
- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (46)
- ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ (78)
- ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ (2)
- ΤΕΧΝΗ (108)
Πέμπτη 12 Αυγούστου 2021
Σάββατο 7 Αυγούστου 2021
Τρίτη 3 Αυγούστου 2021
Ηχώ - ΑΝΤΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
Άκου τον ήχο σπάζει πέτρες
Και πέφτουνε πεφτάστερα στους τοίχους
Στα γήπεδα πηδούν οι μπάλες
Σαν μπάλες ρούκμπι σαν πεπόνια
Κομψές κυρίες στις κερκίδες
Και κορασίδες με pull-over
Χειροκροτούν και όλο φωνάζουν
«Goal! Goal! στα δίχτυα των εχθρών
Όχι ποτέ στα δίχτυα του θανάτου».
Ανδρέας Εμπειρίκος (1901 - 1975)
bluefields.eu
Θανάσης Χουλιαράς: «Πώς με είδαν τα μάτια της πόλης…»
Το βιβλίο του Θανάση Χουλιαρά με τίτλο «Τα μάτια της πόλης. Μια συνολική θεώρηση της street art. Η περίπτωση της Αθήνας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εντύποις. Η έκδοση διανύει μια μεγάλη διαδρομή, εκκινώντας από το θεωρητικό κομμάτι και την ιστορική αναδρομή της street art κι αναδεικνύοντας τις αισθητικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές πλευρές της.
«Από τους τοίχους της πόλης, με πρωτοείδαν αυτοί της περιοχής του Βύρωνα. Σε μια πιο ανέμελη εποχή που συμβάδιζε με την ανέμελη ηλικία μου, με είδαν να τριγυρνάω πιτσιρικάς με παρέες στους δρόμους, τα στενά, τα πάρκα και τις πλατείες μιας περιοχής που ακόμα διατηρούσε τον προσφυγικό της αρχιτεκτονικό χαρακτήρα. Στην συνέχεια αυτός, εν πολλοίς, θα χανόταν μένοντας ως προσωπική οπτική ανάμνηση πάνω στις κάθετες επιφάνειες των τοίχων των νεόδμητων πολυκατοικιών που, τελικά, κυριάρχησαν στον χώρο.
Η ανάμνηση όμως παραμένει και μου δημιουργεί μια αίσθηση ηρεμίας και ασφάλειας, κάθε φορά που φαντασιακά ανατρέχω στις εικόνες της. Οι τοίχοι, από τότε βαμμένοι και γραμμένοι με πολιτικά και οπαδικά συνθήματα και ψευδώνυμα. Λίγο μετά, και ζωγραφισμένοι με πρωτόλεια graffiti που μόλις είχαν καταφτάσει ως προϊόν πολιτισμικής εισαγωγής. Έτσι, ο γραμμένος τοίχος κατέστη αυτονόητος στην σύλληψή μου για την έννοια και την εικόνα του αστικού. Στην συνέχεια θα καταλάβαινα πως αυτό δεν ήταν παρά μια μεσογειακού χαρακτήρα εκδοχή του.
Οι τοίχοι του κέντρου της πόλης με είδαν, επίσης, από μικρή ηλικία. Πότε με τον πατέρα και πότε με την μητέρα μου, στην περιοχή γύρω από την οδό Αθηνάς για να προμηθευτούμε εμπορεύματα για την μικρή οικογενειακή επιχείρηση που έχουμε (ακόμα αντέχει!) στο Παγκράτι. Στους γύρω δρόμους αποτυπωνόταν ανάγλυφα η επιτομή της αστικής αισθητικής των καταστημάτων “νεωτερισμών” της τότε εποχής. Με το πέρας της, τα καταστήματα αυτά της χονδρικής προοπτικά άρχισαν να δίνουν τη θέση τους σε café, bar και club που όριζαν το νέο τοπίο των διασκεδαστουπόλεων του κέντρου.
Θυμάμαι έντονα να παρατηρώ αυτήν την αλλαγή να συντελείται στην περιοχή του Ψυρρή, μέρα με τη μέρα, μέχρι που οδήγησε σε μια περιοχή με ολότελα αλλαγμένη ταυτότητα. Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο άρχισα να νιώθω αυτήν την αίσθηση μεγάλης οικειότητας που νιώθω όταν βρίσκομαι στο κέντρο της πόλης. Το ξέρω και με ξέρει καλά.
Στην συνέχεια, οι τοίχοι με είδαν να ανεβοκατεβαίνω την Στουρνάρη και τα εμβληματικά μαγαζιά της με τους home υπολογιστές και την πρώιμη κουλτούρα του gaming. H εμπροσθοφυλακή των υπολογιστών με είχε συναρπάσει. Δίπλα, το ιστορικό κτήριο του Μετσόβιου Πολυτεχνείου ακόμα πιο βαμμένο και γεμάτο συνθήματα και αφορισμούς που προκαλούσαν τη σκέψη...
με πληροφορίες από naftemporiki.gr
Σάββατο 31 Ιουλίου 2021
Τα υδροπλάνα της Σπιναλόγκας
Η ζωγραφιά αποκαλύφθηκε σε τοίχο κατοικίας το 2013
Στα χρόνια του Μεσοπολέμου (και μέχρι το 1939) στην Ελούντα στάθμευαν για ανεφοδιασμό τα υδροπλάνα της βρετανικής εταιρείας Imperial, που έκαναν δρομολόγια προς την Αίγυπτο και την Ινδία.
Από τη νησίδα Σπιναλόγκα, όπου από το 1903 είχε δημιουργηθεί λεπροκομείο, οι πάσχοντες από τη νόσο του Χάνσεν, απομονωμένοι σε αυτό το κομμάτι βράχου, έβλεπαν τα υδροπλάνα να πετούν. Έβλεπαν τη ζωή να συνεχίζεται – τόσο κοντά κι όμως τόσο μακριά τους.
Το 2013, κατά τη διάρκεια εργασιών, αποκαλύφθηκε σε τοίχο κατοικίας, κάτω από παλιό σοβά, η ζωγραφιά ενός υδροπλάνου, φτιαγμένη από κάποιον ασθενή.
Άντρας ήταν, άραγε, ή γυναίκα; Ποια διαδρομή είχε διανύσει μέχρι να βρεθεί στη Σπιναλόγκα; Πόσο έζησε στο νησάκι των 85 στρεμμάτων; Πρόλαβε να νιώσει την ελπίδα που έφερε η ανακάλυψη των αντιβιοτικών; Ήταν ανάμεσα σε εκείνους που γιατρεύτηκαν από τη φρικτή αρρώστια και επέστρεψαν σε όσους αγαπούσαν; Ή άφησε εκεί την τελευταία του πνοή;
Την ιστορία του δεν θα τη μάθουμε ποτέ. Μόνο αυτό το συγκλονιστικό αποτύπωμα έμεινε από το πέρασμά του: Το κάτω μέρος ενός σιδερένιου πετούμενου –με κόκκινα φτερά και πράσινη άτρακτο– έτσι όπως το έβλεπε να περνάει πάνω από τη φυλακή του και ονειρευόταν να πετάξει μαζί του.
Στις 17 Ιουνίου 1957 έφυγε η τελευταία άρρωστη από το λεπροκομείο. Στις δεκαετίες της λειτουργίας του, η γη της Σπιναλόγκας ποτίστηκε με τα δάκρυα πόνου και απελπισίας εκατοντάδων ανθρώπων, ζωντανών – νεκρών. Αισθάνεσαι ένα βάρος με το που αποβιβάζεσαι από το καραβάκι.
Όμως η επίσκεψη σε αυτό το υπαίθριο μνημείο είναι εμπειρία μοναδική. Όχι μόνο γιατί μπροστά στα μάτια σου ξεδιπλώνεται ένα ιστορικό παλίμψηστο (ενετικό κάστρο, οθωμανικός οικισμός, σπίτια λεπρών), αλλά, κυρίως, γιατί έχεις την ευκαιρία να συνειδητοποιήσεις –εν μέσω πανδημίας– ότι μόνο η επιστήμη μπορεί και μετατρέπει τέτοιες πύλες θανάτου σε λεωφόρους προς τη ζωή. Φτάνει να την εμπιστευόμαστε.
kathimerini.gr
Πέμπτη 29 Ιουλίου 2021
Σάββατο 24 Ιουλίου 2021
Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021
Ύπνος - Κώστας Καρυωτάκης
Θα μας δοθεί το χάρισμα και η μοίρα
να πάμε να πεθάνουμε μια νύχτα
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας;
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
γλυκά. Kι απάνωθέ μας θε να φεύγουν,
στον ουρανό, τ’ αστέρια και τα εγκόσμια.
Θα μας χαϊδεύει ως όνειρο το κύμα.
Kαι γαλανό σαν κύμα τ’ όνειρό μας
θα μας τραβάει σε χώρες που δεν είναι.
Aγάπες θα ’ναι στα μαλλιά μας οι αύρες,
η ανάσα των φυκιών θα μας μυρώνει,
και κάτου απ’ τα μεγάλα βλέφαρά μας,
χωρίς ναν το γρικούμε, θα γελάμε.
Tα ρόδα θα κινήσουν απ’ τους φράχτες,
και θά ’ρθουν να μας γίνουν προσκεφάλι.
Για να μας κάνουν αρμονία τον ύπνο,
θ’ αφήσουνε τον ύπνο τους αηδόνια.
Γλυκά θα κοιμηθούνε σαν παιδάκια
γλυκά. Kαι τα κορίτσια του χωριού μας,
αγριαπιδιές, θα στέκουνε τριγύρω
και, σκύβοντας, κρυφά θα μας μιλούνε
για τα χρυσά καλύβια, για τον ήλιο
της Kυριακής, για τις ολάσπρες γάστρες,
για τα καλά τα χρόνια μας που πάνε.
Tο χέρι μας κρατώντας η κυρούλα,
κι όπως αργά θα κλείνουμε τα μάτια,
θα μας διηγιέται –ωχρή– σαν παραμύθι
την πίκρα της ζωής. Kαι το φεγγάρι
θα κατεβεί στα πόδια μας λαμπάδα
την ώρα που στερνά θα κοιμηθούμε
στο πράσινο ακρογιάλι της πατρίδας.
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
που όλη τη μέρα εκλάψαν και αποστάσαν.












